[ the main page ]

Παγκόσμιο Φόρουμ Φιλοσοφικών

"Καλύτερος φιλοσοφικές ιδέες βελτίωση της Ανθρωπότητας"

Φιλοσοφικού στοχασμού -
Παράδοση από την Καινοτομία

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Η Διαλεκτική είναι τόσο αναγκαία σήμερα όσο σπουδαία υπήρξε, όταν εικοσιπέντε αιώνες πριν, την καθιέρωσε η αρχαία ελληνική διανόηση.
Από τότε, στη μακρόχρονη πορεία της, υπέστη πολλές τροποποιήσεις και έγινε πολύσημη και αμφιλεγόμενη.
Ή λέξη διαλεκτική βγαίνει από το αρχαίο ελληνικό «διαλέγομαι», που πάει να πει μιλάω, συνομιλώ, λογομαχώ για επιστημονικά, πολιτικά, κοινωνικά θέματα. Έτσι αρχικά ο όρος Διαλεκτική υποδήλωνε την τέχνη του διαλόγου και της συζήτησης, καθώς και την ικανότητα να διεξάγεται η συζήτηση με ερωτήσεις και απαντήσεις. Επίσης σήμαινε και την τέχνη της ταξινόμησης των εννοιών και του διαχωρισμού των πραγμάτων σε γένη και σε είδη.
Σταδιακά στην αρχαιότητα, με τη λέξη «διαλεκτική» υπονοούσαν την τέχνη που μεταχειριζόταν κανείς, μιλώντας, για να φτάσει στην Αλήθεια, ξεσκεπάζοντας και ξεπερνώντας τις αντιθέσεις, που έχουνε μέσα τους οι συλλογισμοί του αντίπαλου. Η Αλήθεια αποκαλύπτεται μόνο με το λόγο, το διάλογο, τον αντίλογο, τη θέση και την αντίθεση και την ελεύθερη συζήτηση που πραγματοποιείται ανάμεσα σε δυο τουλάχιστον πρόσωπα μέσα σε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα κυριαρχούμενη από την επίγνωση ότι κανένας δεν είναι κάτοχος της αλήθειας. Έτσι Διαλεκτική είναι η μέθοδος που διασφαλίζει την αναδρομή προς τις πρώτες αρχές και αιτίες, η ανώτερη γνωστική διαδικασία για τη γνώση των ιδεών.

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία πρώτη υπογράμμισε ότι όλος ο κόσμος είναι ευμετάβλητος σαν μια μεγάλη και αιώνια εξελισσόμενη συνάρτηση. Θεώρησε ότι η πραγματικότητα είναι μια διαδικασία και φώτισε το ρόλο που παίζει σε αυτή τη διαδικασία η μετατροπή κάθε ιδιότητας στο αντίθετό της (Ηράκλειτος, Πυθαγόρας). Φιλόσοφοι της Αρχαιότητας φρονούσαν ότι η σύγκρουση ανάμεσα στις αντίθετες γνώμες ήταν το καλύτερο μέσο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Προεκτείνοντας τον διαλεκτικό αυτό τρόπο της σκέψης στη μελέτη των φαινόμενων της φύσης έχουμε τη διαλεκτική μέθοδο για τη γνώση της φύσης. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο, τα φαινόμενα της φύσης βρίσκονται σε αιώνια κίνηση και σε αιώνια αλλαγή και η εξέλιξη της φύσης είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων της φύσης, το αποτέλεσμα της αμοιβαίας ενέργειας των αντίθετων δυνάμεων της φύσης.
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι πατέρας της Διαλεκτικής ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος υπόβαλε σε ανάλυση τις αντιθέσεις που εμφανίστηκαν όταν έγινε προσπάθεια να κατανοηθούν οι έννοιες της κίνησης και του συνόλου. Σύμφωνα με τον Διογένη, τον Λαέρτη, «μέχρι του Αρχελάου (δασκάλου του Σωκράτη), ήκμαζε η φυσική, από το Σωκράτη άρχισε η ηθική και από το Ζήνωνα τον Ελεάτη, άρχισε η διαλεκτική». Σύμφωνα με την αρνητική ψυχολογία, -δηλαδή του να λες σε κάποιον τ’ αντίθετα απ’ ό,τι θες αρχικά να του πεις- ο Ζήνων θέλει να βάλει τον συνομιλητή του στο μονοπάτι της μελέτης και του ψαξίματος. Λέγοντας ότι δεν μπορεί να του πει για το ένα, είναι σαν να τους λέει ψάξτε για τον ένα, και έτσι κερδίζει ο διάλογος, γιατί θα φουντώσει συζητώντας για το «δύσκολο» θέμα.
Η Διαλεκτική μέθοδος σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτη (τον γνωστό βιογράφο φιλοσόφων) «είναι το τρίτο μέρος της Φιλοσοφίας, είναι η συλλογιστική διαδικασία που χρησιμοποιούν οι δυο κατωτέρω μαθήσεις που μπορούμε να πούμε ότι ενώνει και βοηθά στην ανάπτυξη των δυο άλλων: της Φυσικής που είναι το μέρος που αφορά τον κόσμο (=σύμπαν), και της Ηθικής που αφορά τον βίο και τους προγόνους μας".

Ο Σωκράτης όμως στην ουσία θεμελίωσε τη Διαλεκτική ως κριτική λειτουργία και την εφάρμοζε στη ζωντανή φιλοσοφική συζήτηση. Ο Σωκράτης σκέφτηκε πως δεν είναι δυνατό να είναι αντικείμενο γνώσης το φαινομενικό και το πρόσκαιρο και γι’ αυτό ζήτησε έναν τρόπο έρευνας και σκέψης, για να καταγγείλει το ψεύδος.
Ακολούθως ο Πλάτων ορίζει στην «Πολιτεία» τη Διαλεκτική ως μία από τις τέσσερις επιστήμες που πρέπει να διδάσκονται οι νέοι της πολιτείας μαζί με την γεωμετρία, την στερεομετρία και τα μαθηματικά. Στην «Πολιτεία» τονίζεται η ανάγκη ύπαρξης μιας νέας επιστήμης, της Διαλεκτικής, η οποία να γεφυρώνει το αισθητό με το νοητό και να κινείται από το υποθετικό προς την απόλυτη αρχή, την απόλυτη ιδέα του αγαθού. Για τον Πλάτωνα το ‘είναι’ περικλείει μέσα του την αντίθεση, η οποία είναι και ο απαραίτητος όρος για την παρόρμηση της ψυχής προς τον στοχασμό. Κατά τον Πλάτωνα αυτή είναι η τέχνη της Διαλεκτικής.

Την εποχή της Αναγέννησης ο Ν. Κουζάνος και ο Μπρούνο διακήρυξαν τη Διαλεκτική ιδέα της «σύμπτωσης των αντιθέτων» και αργότερα παρά την κυριαρχία της μεταφυσικής, ο Ντεκάρτ και ο Σπινόζα έδωσαν πολλά δείγματα διαλεκτικής σκέψης.
Σημαντικό στάδιο στην ανάπτυξη της Διαλεκτικής, πριν από την εμφάνιση του μαρξισμού, αποτέλεσε ο κλασσικός γερμανικός ιδεαλισμός, που είδε τη Διαλεκτική όχι μόνο σαν αντικείμενο γνώσης αλλά και σαν αντικείμενο δράσης. Πρώτος ο Καντ άνοιξε ρήγμα στη μεταφυσική, εισάγοντας την ιδέα της εξέλιξης στη γνώση της φύσης και αναπτύσσοντας τις διαλεκτικές ιδέες για τις «αντινομίες» . Αργότερα, ο Φίχτε ανέπτυξε την «αντιθετική» μέθοδο εξαγωγής των φιλοσοφικών κατηγοριών που περιείχε σπουδαίες διαλεκτικές θέσεις. Ο Σέλιγκ ανέπτυξε τη διαλεκτική αντίληψη των διαδικασιών της φύσης.
Ανώτατο στάδιο στην ανάπτυξη της Διαλεκτικής αποτέλεσε η ιδεαλιστική διαλεκτική του Χέγκελ, ο οποίος τη μετέφερε από τη σκέψη στην πραγματικότητα. Ο Χέγκελ για πρώτη φορά παρέστησε όλον το φυσικό, ιστορικό και πνευματικό κόσμο με τη μορφή της διαδικασίας, δηλαδή σαν μια διαρκή κίνηση, αλλαγή, μεταμόρφωση και εξέλιξη κι έκανε προσπάθεια να αποκαλύψει την εσωτερική συνάρτηση αυτής της κίνησης και της εξέλιξης. Την πορεία που ακολουθεί ο νους ( θέση- αντίθεση- σύνθεση ) ακολουθεί και η πραγματικότητα.

Εν συνεχεία πραγματικά επιστημονική αντίληψη της Διαλεκτικής επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Απέρριψαν το ιδεαλιστικό περιεχόμενο της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Μίλησαν για διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής των οικονομικών αγαθών και την ταξική δομή της κοινωνίας από τη μια μεριά και στις μορφές της ιδεολογίας (δικαίου, πολιτικών απόψεων, ηθικής, τέχνης, θρησκείας, επιστήμης, φιλοσοφίας) από την άλλη. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής είναι η υποδομή και ο πνευματικός πολιτισμός το εποικοδόμημα. Έτσι εξηγείται η αλλαγή των ιδεολογιών στα διάφορα κοινωνικά συστήματα. Αυτή είναι η ουσία του ιστορικού υλισμού του Μαρξ, ο οποίος είναι διαλεκτικός.

Το επόμενο μεγάλο βήμα χρησιμοποίησης, τροποποίησης και ανάπτυξης της διαλεκτικής λογικής συνδέεται με την ανάπτυξη της κοινωνικής θεωρίας ως ολότητας, με τη «λογική της ιστορίας» από το σοβιετικό φιλόσοφο Β. Α. Βαζιούλιν στην οποία πραγματοποιείται και η πρώτη στην ιστορία της διαλεκτικής λογικής απόπειρα θεωρητικής προσέγγισης της ιστορίας του γνωστικού αντικειμένου.
Σε όποια ιστορική περίοδο και αν ορίστηκε, σίγουρα η ανθρώπινη ύπαρξη με τη Διαλεκτική καλείται να άρει τις αντιθέσεις και μέσω της σύνθεσης να φτάσει στη λύτρωσή της.

ΣΑΜΙΩΤΑΚΗ Α. ΔΕΣΠΟΙΝΑ
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ


Σύνδεση αρχαίου και σημερινού Ελληνικού πολιτισμού

Η επιδίωξη του κοινωνικού καλού είναι μια κοινωνική αξία η οποία συνδέει την αρχαία εποχή με τη σημερινή. Η ενίσχυσή της και η πραγματοποίησή της από τους ανθρώπους, είναι αυτή η οποία κρατάει την κοινωνία ενωμένη και διατηρεί τον πολιτισμό και τη συνοχή της. Ο σκοπός της λειτουργίας της κοινωνικοποίησης συνίσταται στη συναίνεση της πραγματοποίησης των ευρύτερων κοινωνικών αξιών από τους πολίτες και της συναίνεση της άσκησης ενός συγκεκριμένου κοινωνικού ρόλου. Το κοινωνικό καλό είναι μία από τις κοινωνικές αξίες η οποία εμποδίζει την επικράτηση του ατομικού καλού και του ατομισμού μεταξύ των ανθρώπων και τους κρατάει ενωμένους.
Η πίστη στη Δημοκρατία και την ελευθερία είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των αρχαίων Ελλήνων και των σύγχρονων, η οποία καθιστά την καθημερινή ζωή πιο ανθρώπινη. Παροτρύνει τους πολίτες να αντιτίθενται στις συνθήκες εκείνες τις κοινωνικές, πολιτικές ή οικονομικές που αποτελούν απειλή για τη Δημοκρατία και την ελευθερία. Είναι η ίδια πίστη που έφερε τη συμμετοχή των αρχαίων Ελλήνων στην πολιτική και ενθάρρυνε το ενδιαφέρον τους για τα κοινά.
Πολλοί σημερινοί Έλληνες ακόμα αντιτίθενται στο εμπορικό καθεστώς ως ενός κυρίαρχου χαρακτηριστικού των ανθρωπίνων σχέσεων και αξιών. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες έτσι και οι σύγχρονοι επιμένουν στην κοινωνική ζωή η οποία καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Για το λόγο αυτό, οι Έλληνες μπορούν ακόμα να αισθανθούν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, δημιουργώντας συγχρόνως την κοινωνική εμπιστοσύνη που είναι ουσιαστική για τη διατήρηση του Ελληνικού πολιτισμού. Ο Ελληνικός πολιτισμός επιμένει στον ανθρώπινο παράγοντα και στα πολιτικά δικαιώματα, ως ένας πολιτισμός ο οποίος συνδέεται στενά με τη Δημοκρατία.
Η συνοχή της Ελληνικής κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί και με την παροχή ίσων ευκαιριών σ’ όλους τους Έλληνες, για παράδειγμα εκπαιδευτικών ευκαιριών, προκειμένου να καταστήσει τους Έλληνες ικανούς να εκθέσουν τις δυνατότητες και τις ικανότητές τους. Τότε δύσκολα μπορούν αυτοί να επιδείξουν μια συμπεριφορά αδιαφορίας ή μια παραβατική συμπεριφορά.

Ελένη Τσολακίδου
Δρ. Διοίκησης της Εκπαίδευσης


Σύνδεση αρχαίου και σημερινού Ελληνικού πολιτισμού

To «Συμπόσιον» του Πλάτωνος γράφτηκε γύρω στο 388 π.Χ. και αναφέρεται στο Συμπόσιο που παρέθεσε ο δραματικός ποιητής Αγάθων στους φίλους του, επ’ ευκαιρία της νίκης του στους δραματικούς αγώνες στα Λήναια  τον Ιανουάριο του 416 π.Χ. Οι συνδαιτυμόνες ανήκαν στους εξοχότερους εκπροσώπους του Αθηναϊκού πνεύματος  και της πολιτικής ζωής και ορισμένοι ήταν ακόμη αρκετά νέοι. Ο ίδιος ο θριαμβευτής Αγάθων μόλις έχει διαβεί τα είκοσί του χρόνια, ο Αριστοφάνης είναι κάτι λιγότερο από τριάντα ετών, ο Αλκιβιάδης γύρω στα τριανταπέντε, το ίδιο και ο Παυσανίας. Ο Σωκράτης, ώριμος πλέον, διάγει το πεντηκοστό τέταρτο έτος του.

Τα συμπόσια στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσαν βασικόν κοινωνικόν θεσμό και είναι γνωστά ήδη από τους Ομηρικούς χρόνους. Ο Νέστωρ αναφέρει, στην «Ιλιάδα», ότι ένα καλό συμπόσιο δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας, ώστε να είναι δυνατόν να συζητηθούν δυσχερή θέματα. Στην «Οδύσσεια» αναφέρονται συμπόσια στα ανάκτορα του Αλκίνοου και του Οδυσσέα. Στην Ιωνία και στην Αθήνα αναπτύχθηκε περισσότερον εκλεπτυσμένος ο θεσμός των συμποσίων. Οι συνδαιτυμόνες καταρχήν έτρωγαν («δείπνον» ή «σύνδειπνον»). Ύστερα, στον «πότον», έπιναν οίνον κεκραμένον και άρχιζε η συζήτηση, αφού πρώτα οριζόταν το θέμα της.

Στο πλατωνικό «Συμπόσιον» θέμα είναι ο θεός Έρως, για τον οποίον , όπως επισημαίνεται από τον Φαίδρο, δεν έχει συντεθεί από τους ποιητές  ούτε ένα εγκώμιο και αυτό του φαίνεται φοβερό, «Ου δεινόν, …., άλλοις μέν τισι θεών ύμνους και παίωνας είναι υπό των ποιητών πεποιημένους, τω δε Έρωτι, τηλικούτω όντι και τοσούτω θεώ, μηδέ ένα πώποτε τοσούτων γεγονότων ποιητών πεποιηκέναι μηδέν εγκώμιον;» (177α)  (*)

Αρχομένου του Φαίδρου, ως «πατρός του λόγου», δηλαδή ως καθορίσαντος το θέμα της συζήτησης, και ακολουθούντων των άλλων, καθένας με τη σειρά του καταθέτει το εγκώμιο και τον έπαινό του για τον Έρωτα,  για τις ομορφιές του και τα κάλλη του, για τις ιδιότητές του και τα πάθη που γεννά. Ο Φαίδρος υμνολογεί  τον Έρωτα ως μέγα θεόν, «ότι μέγας θεός είη ο Έρως και θαυμαστός εν ανθρώποις τε και θεοίς» (178α). Στον Έρωτα οφείλονται τόσο το αίσθημα της τιμής (178d κ.ε.), όσο και η αδιαφορία μπροστά στον θάνατο (179b  κ.ε.). Για τον Παυσανία υπάρχουν δύο είδη έρωτος, ο «πάνδημος», ο αισθησιακός (181α  κ.ε.) και ο «ουράνιος», ο πνευματικός (181c  κ.ε.). Ο Ερυξίμαχος, κατόπιν, τονίζει ότι ο Έρως δεν ευρίσκεται μόνο στην ανθρώπινη ψυχή αλλά αποτελεί μίαν γενική μεταφυσική αρχή, που διαχέεται σε όλα τα όντα και σε όλα τα φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής (186α  κ.ε.).  Στον λόγο του ο Αριστοφάνης, εκκινώντας από το μυθολογικό «ανδρόγυνον» γένος και τον διχασμό του από τον Δία, ερμηνεύει την έλξη του ενός φύλου προς το άλλο με την προσπάθεια του ανθρωπίνου όντος – άρρενος ή θήλεος – να αναζητήσει και να ανεύρει το «έτερον ήμισύ» του (189d  κ.ε.). Στη συνέχεια, ο Αγάθων εγκωμιάζει όσες θεωρεί ως ιδιότητες του Έρωτος, το ότι είναι κάλλιστος, άρα διαθέτει νεότητα, απαλότητα, υγρότητα, συμμετρίαν, ευχρωμίαν. Επίσης ο Έρως είναι άριστος, καθώς διέπεται από δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία, σοφία (195α  κ.ε.).

Όταν έρχεται η σειρά του Σωκράτη να ομιλήσει, δηλώνει ότι θα  εκθέσει στους συνδαιτυμόνες του όσα περί Έρωτος είχε διδαχθεί παλαιότερα

___________________________

(*)  Το χωρίον – και όσα ακολουθούν – είναι ειλημμένα από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών: Πλάτωνος «Συμπόσιον», κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιω. Συκουτρή, Αθήναι, «Εστία», 101990 (11934). Στην παρούσα εργασία μας, για λόγους πρακτικούς, χρησιμοποιείται το μονοτονικό.

από την μάντισσα Διοτίμα, η οποία κατήγετο από την Μαντινεία. Δεν είμαστε σίγουροι ότι πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο. Εκείνο που έχει σημασία είναι το γιατί έθεσε ο Πλάτων την έμμεση παρουσία της στο «Συμπόσιο». Και φαίνεται ότι επέλεξε αυτό το αφηγηματικό τέχνασμα ο φιλόσοφος, για να προσδώσει ατμόσφαιρα και γλώσσα ιερατική και προφητική σε όσα εκθέτει ο Σωκράτης, τα οποία εντέλει υπερβαίνουν το λογικοκρατικό και φθάνουν στην υπερβατική πίστη και στην θέαση του απόλυτου ωραίου και της απόλυτης αλήθειας. Είναι άλλωστε γνωστή η πίστη του Πλάτωνος στο ότι τα όρια της αλήθειας υπερβαίνουν τα όρια της λογικής απόδειξης. Η Διοτίμα υποδύεται, στην ουσία, τον Σωκράτη – διδάσκαλο , ο οποίος έρχεται σε λόγον διαλεκτικό με τον Σωκράτη ως μαθητήν, είναι μια διαλεκτική του φιλόσοφου με τον εαυτόν του.

Ο Έρως, πιστεύει ο Σωκράτης, δεν είναι θεός, διότι οι θεοί, ως ευδαίμονες και ωραίοι και κατέχοντες τα αγαθά, δεν έχουν ανάγκη να επιθυμήσουν την ευδαιμονία και το κάλλος. Ο Έρως είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ θεών και ανθρώπων , είναι «Δαίμων μέγας» (202d) και ως εκ τούτου αποτελεί μέσον επικοινωνίας μεταξύ της θεϊκής βούλησης και των ανθρωπίνων αιτημάτων. Όπως ευρίσκεται στο ενδιάμεσο των δύο υποστάσεων, συμπληρώνει το μεταξύ τους κενό, ανατρέπει το χάσμα, και συντελεί έτσι στη συνοχή του σύμπαντος, «εν μέσω δε ον αμφοτέρων συμπληροί, ώστε το παν αυτό αυτώ ξυνδεδέσθαι» (202e).

Επειδή εξάλλου ο Έρως είναι, μυθολογικώς, τέκνο του Πόρου και της Πενίας, έχει όλα τα χαρακτηριστικά των γονέων του. Λόγω του πατέρα του είναι γητευτής, κυνηγός, παγιδευτής, γενναίος, δραστήριος, φοβερά γοητευτικός με βότανα και λόγια, «δεινός γόης και φαρμακεύς και σοφιστής» (203d). Από την μητέρα του έχει κληρονομήσει την έλλειψη και την στέρηση. Συνεπώς «ούτε απορεί Έρως ποτέ ούτε πλουτεί» (203e), ευρίσκεται πάντοτε μεταξύ της πλουσιότητας και της πτωχείας.

Ο Έρως, επίσης, είναι έρωτας για το ωραίον, «Έρως δ’ εστίν έρως περί το καλόν» (204b), και επειδή η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα  του κόσμου, συνεπάγεται ότι ο Έρως είναι φιλόσοφος «ώστε αναγκαίον Έρωτα φιλόσοφον είναι, φιλόσοφον δε όντα, μεταξύ είναι σοφού και αμαθούς» (204b).

Ο Έρως λοιπόν παρουσιάζεται από τον Σωκράτη να έχει υπόσταση άκρως δυναμική  και κινητική και καθόλου στατική και ακίνητη. Βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια, ανάμεσα στο ωραίο και το άσχημο, ανάμεσα στην ευπορία και την απορία. Κάθε εραστής επιθυμεί να γίνουν τα ωραία δικά του  για να ευδαιμονήσει, «ερά ο ερών των καλών… Γενέσθαι αυτώ … ότι ευδαίμων έσται» (204de ), και μέσα στο «Γενέσθαι» πιστεύουμε ότι κρύβεται η ουσία της φύσης του Έρωτος, ως αενάως αγωνιζόμενου για την κατάκτηση των αγαθών και την παντοτεινή κατοχή τους, «Έστιν άρα ξυλλήβδην… ο έρως του το αγαθόν αυτώ είναι αεί» (206α).

Η ανθρώπινη φύση, όταν φτάσει στην πλήρη ανάπτυξή της, επιθυμεί να τεκνοποιήσει, «τίκτειν επιθυμεί ημών η φύσις» (206c), αυτός ο πόθος φανερώνει το αθάνατο, θεϊκό στοιχείο που ενυπάρχει στην θνητή ανθρώπινη οντότητα. Καθώς η ασχήμια είναι ασυμβίβαστη με το θεϊκό στοιχείο,  η γέννηση αρμόζει μόνο σε περιβάλλον κάλλους, άρα ο Έρως είναι έρωτας γεννήματος μέσα στην ομορφιά, «Της γεννήσεως και του τόκου εν τω καλώ» (206e). Άρα ο έρωτας και ο πόθος και η αγάπη και τα τέκνα και η φροντίδα για την ανάπτυξη και την ανατροφή τους ερμηνεύονται από το ότι «η θνητή φύσις ζητεί … αεί τε είναι και αθάνατος» (207d) , το θνητό ζητεί αθανασία. Ο πόθος για την αθανασία εμφανίζεται και στο εκ πρώτης όψεως παράλογο, «αλογία», των ανθρώπων που πολλές φορές περιφρονούν τον θάνατο προς χάριν της ισχυρής τάσης τους να γίνουν ονομαστοί και να αποκτήσουν δόξα αθάνατη, «ονομαστοί γενέσθαι και κλέος ες τον αεί χρόνον αθάνατον καταθέσθαι» (208c). O Σωκράτης φέρνει ως παράδειγμα την Άλκηστη, τον Αχιλλέα, τον Κόδρο.  Πιστεύουμε, όμως, ότι στα δύο πρώτα παραδείγματα κυρίαρχο ρόλο της θυσιαστικής πράξης έπαιξε η συζυγική και η φιλική αγάπη αντίστοιχα.

Άλλοι άνθρωποι εγκυμονούν «κατά τα σώματα» και με τις γυναίκες τους δημιουργούν παιδιά, ευελπιστώντας «δια παιδογονίας αθανασίαν και μνήμην και ευδαιμονίαν» (208e) να αποκτήσουν. Άλλοι όμως εγκυμονούν «κατά την ψυχήν» και γεννούν «φρόνησίν τε και την άλλην αρετήν» (209a), πχ οι ποιητές και οι άξιοι εικαστικοί καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιουργούν πνευματικά και καλλιτεχνικά παιδιά. Ανωτάτη μορφή φρόνησης, κατά τον Πλάτωνα, άρα και ανωτάτη μορφή γέννησης, αποτελεί εκείνη που έχει σχέση με την διαρρύθμιση των υποθέσεων της πολιτείας και των σπιτικών, «η περί τας των πόλεών τε και οικήσεων  διακοσμήσεις» (209α), αυτή ονομάζεται «σωφροσύνη τε και δικαιοσύνη».

Βλέπουμε, ότι ο έρωτας ως παράγων αθανασίας, εκκινεί από το βιολογικό γεγονός και επεκτείνεται σε πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία  και περαιτέρω σε πολιτική πρακτική, σε λειτούργημα του πολίτη. Ως παραδείγματα γονέων εξόχων πνευματικών τέκνων αναφέρονται ο Όμηρος, ο Ησίοδος και οι άλλοι μεγάλοι ποιητές, και θαυμαστής διακυβέρνησης ο Λυκούργος και ο Σόλων. Μνημεία και ιερά είχαν ανεγερθεί γι’ αυτούς και ποτέ για όσους είχαν γεννήσει μόνο σωματικά τέκνα, «ων και ιερά πολλά ήδη γέγονε δια τους τοιούτους παίδας, δια δε τους ανθρωπίνους ουδενός πω» (209e).

Είναι τώρα έτοιμος ο Σωκράτης να ομιλήσει για τους αναβαθμούς του έρωτα: Πρέπει, όπως λέει,  ένας νεαρός άνδρας ως εραστής να έρχεται σε επαφή με το κάλλος και να ερωτεύεται , καταρχάς, ένα και μόνο σώμα. Η επαφή αυτή θα οδηγήσει σε μίαν επικοινωνία μεταξύ του εραστή και του αντικειμένου του έρωτά του και θα γεννηθούν μεταξύ τους ωραίες απόψεις και σκέψεις, «ενός αυτόν σώματος εράν και ενταύθα γεννάν λόγους καλούς» (210α). Επειδή οι ωραιότητες των σωμάτων διαθέτουν εσωτερική συγγένεια, άρα μια είναι στην ουσία η καλλονή που εδρεύει σε όλα τα ωραία σώματα, «το κάλλος το επί οτωούν σώματι τω επί ετέρω σώματι αδελφόν εστι» (210α), ο  νέος άνδρας, στο επόμενο στάδιο των ερωτικών του, θα γίνει εραστής όλων των ωραίων σωμάτων, «καταστήναι πάντων των καλών σωμάτων εραστήν» (210b).

Σε μεταγενέστερη φάση, πρέπει να μάθει ο εραστής να θεωρεί το κάλλος της ψυχής πολυτιμότερο και αξιότερο να αγαπηθεί σε σχέση με το σωματικό κάλλος, άρα να χαρίζει αυτός τον έρωτά του στις όμορφες ψυχές, «το εν ταις ψυχαίς κάλλος τιμιώτερον ηγήσασθαι του εν τω σώματι» (210b), ακόμη κι αν το σωματικό κάλλος είναι μέτριο, «καν σμικρόν άνθος έχη» (210b). Πρέπει τότε να γεννήσει ο εραστής λόγους που να εξυψώνουν τους ανθρώπους, ιδίως τους νέους  ανθρώπους. Η συνέπεια αυτής της προσπάθειας είναι να αντικρύσει το κάλλος στις πράξεις και τους θεσμούς, «εν τοις επιτηδεύμασι και τοις νόμοις» (210c), δηλαδή στην αγαθή σχέση του νεαρού πολίτη με την πολιτεία και τους συμπολίτες του.

Ο επόμενος αναβαθμός οδηγεί τον εραστή  αναπόδραστα στον χώρο των γνώσεων και της ομορφιάς τους,  «επί τας επιστήμας αγωγείν, ίνα ίδη αυ επιστημών κάλλος» (210c). Τότε θα έχει μπροστά του ένα πέλαγος κάλλους πνευματικού και θα γεννά ο ίδιος πλούσια φιλοσοφικά διανοήματα και λόγους ωραίους και μεγαλοπρεπείς «επί το πολύ πέλαγος τετραμμένος του καλού και θεωρών, πολλούς και καλούς λόγους και μεγαλοπρεπείς τίκτη και διανοήματα εν φιλοσοφία αφθόνω» (210d).

Ήδη έχουμε εισέλθει σε μεταφυσικά επίπεδα, έχει συντελεσθεί ανάβαση από το σωματικό στο ψυχικό και περαιτέρω στην πνευματική δημιουργία, και έπεται η συμμετοχή και προσφορά στα κοινά, και ακολουθεί η επιστήμη που εξικνείται στην ανωτάτη γνώση του παντός και του κόσμου, σε θεϊκό, θα λέγαμε, επίπεδο. Τότε, λέει ο Διστίμα στον Σωκράτη, ο μύστης του Έρωτος ξαφνικά  θα αντικρύσει ένα θαυμαστό κάλλος χάριν του οποίου τόσο πολύ έχει κοπιάσει κατά την ανάβασή του. Το απόλυτο κάλλος υπάρχει αιώνιο, δεν γεννάται ούτε αφανίζεται, δεν αυξάνεται ούτε ελαττώνεται, έχει αενάως την ιδιότητα του απολύτως ωραίου χωρίς να υπόκειται σε διαφοροποιήσεις, όλα τα ωραία της γης και της ζωής μετέχουν της ωραιότητάς του, εκείνο όμως παραμένει ανεπηρέαστο από όλα, «πρώτον μεν αεί ον και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα ου τη μεν καλόν, τη δ’ αιχρόν, …, αλλ’ αυτό καθ’ αυτό μεθ’ αυτού μονοειδές αεί ον, τα δε άλλα πάντα καλά εκείνου μετέχοντα» (210e, 211ab).

Σε αυτό το σημείο πνευματικής και ψυχικής έξαρσης όταν φθάσει ο εραστής, έχει αγγίξει σχεδόν το τέλος της μύησής του, «σχεδόν αν τι άπτοιτο του τέλους» (211b). Πρέπει να επισημανθεί το «σχεδόν» που υπεισέρχεται στη φράση. Έχουμε τη γνώμη, ότι ο Πλάτων θέλει να υποδηλώσει την δομική αδυναμία της ανθρώπινης νόησης, όσο ανεπτυγμένη και αν είναι, να συλλάβει το όλον υπερβατικόν, την σύνολη απόλυτη ουσία του θείου. Όμως, λαμβάνει ο μύστης γεύση του απολύτου και αυτό είναι που καταξιώνει την ανθρώπινη ζωή, «Ενταύθα του βίου… , είπερ που άλλοθι, βιωτόν ανθρώπω θεωμένω αυτό το καλόν» (211d). Μπροστά στη θέαση αυτού του κάλλους του άδολου, του καθάριου, του αμιγούς, «αυτό το καλόν ιδείν  ειλικρινές, καθαρόν, άμεικτον» (211e), τα υλικά αγαθά, ο χρυσός, τα πολυτελή ενδύματα, τα σωματικά ερωτικά και κάλλη φαντάζουν πολύ μικρά. Σε αυτό το ύψιστο σημείο αφικνούμενος και γευόμενος το απόλυτο κάλλος, ο εραστής θα γεννήσει και θα αναπτύξει  την πραγματική αρετή, όχι την ψεύτικη, το είδωλό της, καθώς ήδη είναι σε επαφή με την αλήθεια, «ορώντι ω ορατόν το καλόν, τίκτειν ουκ είδωλα αρετής… αλλά αληθή, άτε του αληθούς εφαπτομένω» (212α).Τότε πλέον θα καταστεί αγαπημένος των θεών, «θεοφιλής», και, κατά τα ανθρώπινα μέτρα, αθάνατος. Ο Έρως λοιπόν  είναι ο καλύτερος συμπαραστάτης  για να πλησιάσει ο άνθρωπος το απόλυτο καλό και την αθανασία, οφείλει άρα ο καθείς να τιμά και να λατρεύει τον Έρωτα, «χρήναι πάντα άνδρα τον Έρωτα τιμάν» (212b).  Γι’ αυτό ακριβώς ο Σωκράτης, όπως δηλώνει στο τέλος της ομιλίας του, εκτιμά και τιμά τα ερωτικά έργα και πάντοτε εξυμνεί την ερωτική δύναμη και την ερωτική ανδρειοσύνη , «και αυτός τιμώ τα ερωτικά … και νυν τε και αεί εγκωμιάζω την δύναμιν και ανδρείαν του Έρωτος» (212b).

Η Πλατωνική θεώρηση και ανάβαση του ερωτικού, από την αισθητική του σώματος στην αισθητική της ψυχής, και από εκεί στη γνωσιολογία, στην οντολογία, στη φιλοσοφία της πράξης και στην ηθική, περιλαμβάνει ουσιαστικά το περίγραμμα της φιλοσοφικής σκέψης του Σωκράτη. Ο άνθρωπος ως ον θνητό, αλλά με εγγενή την δυνατότητα της αθανασίας του, μέσω του δαιμονίου Έρωτος γεννά τα φυσικά του τέκνα — «Αίμα μας σπέρμα μας και / Προβολές των σωμάτων μας στο μέλλον» (ΜΕ ΙΙ, 1068-9), κατά τον ποιητή — αλλά επίσης μπορεί να δημιουργεί πνευματικά και καλλιτεχνικά αριστουργήματα, να καλλιεργεί τη γνώση και την αρετή, να συμμετέχει με σωφροσύνη στα κοινά της πολιτείας, άρα να συμβάλλει στο κοινό καλό, το οποίο αποτελεί την υψίστη πράξη και οφειλή ενός πολίτη.

Προς όλα αυτά τα Πλατωνικά ιδανικά, που παραμένουν άφθαρτα στο χρόνο, οφείλει να βαδίσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Οι διαχρονικές αυτές αξίες ζωής ενώνουν  την ανθρωπότητα για την επιδίωξη και πραγμάτωση μίας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας.

Άλλες εκθέσεις
στην αγγλική γλώσσα

[ the main page ]